ἁλιβδύω


ἁλιβδύω
ἁλι-βδύω, ins Meer versenken; übh. versenken

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • αλιβδύω — ἁλιβδύω (Α) 1. καταδύομαι, βυθίζομαι στη θάλασσα 2. κρύβω, εξαφανίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. (Κατά τους αρχαίους γραμμ.) αιολ. τ. αντί τού *ἁλιδύω < ἁλι * (< ἅλς) + δύω] …   Dictionary of Greek

  • δύω — και δύνω (Α δύω και δύνω) 1. (για ήλιο, αστέρια) βυθίζομαι στον ορίζοντα, βασιλεύω («ἠέλιος μὲν ἔδυ», Ιλ. Ι) 2. αφανίζομαι, παρακμάζω, ξεπέφτω («έδυσε το μεγαλείο τής Ρώμης») αρχ. 1. φθάνω, πηγαίνω μέσα σε κάτι 2. (για χώρα, τόπο) εισέρχομαι,… …   Dictionary of Greek

  • deu-1 —     deu 1     English meaning: to plunge, to penetrate into     Deutsche Übersetzung: “einsinken, eindringen, hineinschlũpfen”     Material: O.Ind. upü du “ to go into, (of clothes), to put on, to wear, assume the person of, enter, press into,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.